Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Ωδή στο Φθινόπωρο


Τι κι αν λείψω, τι κι αν μείνω
Γλυκιά εποχή, για πάντα,
τα πάντα θα σαρώνεις…
 
Και η εικόνα αλλάζει
Σαν τ’ αγέρι ξυπνά τα κίτρινα φύλλα..
 
Ω, Μαγικός Αυλός, Αθάνατη Λύρα!
Κάτω απ’ τα δέντρα… παρατημένα
Όσο κι αν κελαηδά τ’ αηδόνι…
Σκεπασμένα, κρυμμένα
απ’ της Φύσης τη Μανία.

Παράξενα πλάσματα, εδώ και κει
Μιας άλλης εποχής
α π ο μ ε ι ν ά ρ ι α …
Αχ, πόσο κουράστηκαν πια τα βιολιά
                          απ’ τα τρελά δοξάρια!

Ιεροτελεστίες! Θυσίες! Στις βελανιδιές…
(Μύηση… κάτω απ’ τις γέρικες βελανιδιές…
Anima Mundi στις ιερές βελανιδιές)
Ζωή, Έρως… Πόνος, Αγάπη, Θάνατος!
…Ποιος βλέπει τις μυστικές πομπές;



“Autumn Leaves”, John Everett Millais, 1856
 
Ποιος ακούει τον Δρυίδη
                                      και μια Τριάδα απ’ το χθες;
Τρία είν’ τα Πράγματα που γίνηκαν μαζί: Άνθρωπος, Φως, Ελευθερία

 
Φθινόπωρο θλιμμένο, Φθινόπωρο ωχρό
Γεμάτο Οράματα, γεμάτο Μνήμες
Ονειροπαρμένο
Ανατρεπτικό
 
Φθινόπωρο μοναχικό
Κρύβεις καλά το αριστοκρατικό σου Ιερατείο
Το μανδύα σου τον πορφυρό
Το γέλιο σου το Βροντερό!
 
 Ψυχής ζωγραφιά, Ονείρου τέχνη… Πόσο θεία η μέθη σου!
Πόσο ζεστά τα νέφη! Αχ, και πόσο λεύτερη
ειν’ η λευκή,
κυματιστή σου χαίτη!!

Αιώνιο Φθινόπωρο… Τρυφερά νοσταλγικό…
Πόσοι θεοί είναι κρυμμένοι
στον πορφυρό σου Ουρανό!
Γέφυρα προς κόσμο καινούργιο
Γέφυρα προς κόσμο παλιό…
Με παρέσυρες κι απόψε, ξύπνησες Μύθο τραγικό!
Φούντωσες, φούντωσες Πάθος Μυστικό.
 
Απ’ τα σπλάχνα σου με πέταξες,
με πήρες κι απ’ το χέρι…
Στις αγκάλες σου μέσα ζω… εποχή αγαπημένη.
Γ ι α   π ά ν τ α   δ ι κ ό ς   σ ο υ !  Χωρίς γυρισμό…


Περσέας, 2005
 
 
 

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Στου φεγγαριού τους πύργους

Όλος ο τόπος ανάβλυζε μελωδίες και ευωδίες ρόδων και ονείρων. Η όμορφη και ευγενική δεσποσύνη άφησε ανοιχτό το βιβλίο και έκλεισε τα μάτια της. Έκλεισε τα μάτια της να δει τον παράξενο άγγελό της... Τον καλούσε συχνά, καθώς έπεφτε η νύχτα, αν και δεν ήξερε ούτε από που, αλλά ούτε και γιατί έρχονταν. Της κρατούσε αρκετές ώρες συντροφιά. Της μιλούσε για υψηλή Τέχνη και Επιστήμη, για τη δύναμη του ανθρώπινου νου, για Αναζήτηση και Ελευθερία. Στα λόγια του ανάβλυζε μια Πύλη μυστική...

Ένας μαγικός πέπλος σκέπαζε τη σκέψη της και νόμιζε πως, αν κάποιος τον τραβούσε, εκείνη θα βρίσκονταν αλλού, όχι πάντως επάνω στη γη. Η ανάμνηση της ποίησης που ως τότε απασχολούσε ολόκληρη την ψυχή της είχε πια γίνει μια μακρινή μελωδία, ο μόνος δεσμός του αλλόκοτα γοητευτικού της ονείρου με τους αλλοτινούς χρόνους.

Saint Cecilia”, John William Waterhouse, 1895

Εδώ συναντάμε τους αληθινούς ήρωες, τους σπουδαίους αυτούς αντίποδες των ποιητών, που κατ’ ουσίαν δεν είναι παρά φυσικές δυνάμεις εμβαπτιζόμενες στην ποίηση. Ένας ποιητής που θα ήταν μαζί και ήρωας ενσαρκώνει έναν απεσταλμένο εξ’ ουρανού…


“Chivalry”, Sir Frank Dicksee, 1885

Σε πανάρχαιους λοιπόν χρόνους και στα μέρη όπου είναι σήμερα η Ελληνική Αυτοκρατορία, λένε ταξιδιώτες, που άκουσαν με τα ίδια τους τ’ αυτιά τους θρύλους από το στόμα των κοινών ανθρώπων εκεί κάτω, πως υπήρχαν ποιητές ικανοί να ζωογονούν τα δάση με τον αλλόκοτο ήχο θαυμαστών οργάνων, να ξυπνούν τα κρυμμένα στους κορμούς των δέντρων πνεύματα, να ανασταίνουν μέσα σε ερήμους, σε τόπους ρημαγμένους τους νεκρούς σπόρους των φυτών και να μεταμορφώνουν τη χέρσα γη σε ολάνθιστα περιβόλια, να μερώνουν θεριά, να μαλακώνουν και να καταλαγιάζουν αφηνιασμένες ανθρώπινες ψυχές, να καταπαύουν τρικυμίες, ακόμα και να βάζουν τα άψυχα βράχια να στήνουν αρμονικούς χορούς.


“Orpheus and the Beasts”, Vrancx Sebastian, 1595

Το φεγγάρι σκορπούσε τη γλυκιά του λάμψη πάνω στους λόφους, γεννώντας υπέροχα όνειρα στην ψυχή κάθε πλάσματος. Σάμπως όνειρο και το ίδιο του ήλιου, το φεγγάρι αγνάντευε από ψηλά το απόκοσμο τοπίο, τον ονειροπαρμένο κόσμο, ξαναγυρίζοντας την αδάμαστη κι ανήμερη φύση στους αρχέγονους εκείνους χρόνους των παραμυθιών, όπου κάθε μπουμπούκι κλειστό ακόμα, έρημο και απρόσιτο, ζήταγε ν’ ανοίξει διάπλατα, να ξεκλειδώσει όλα τα μυστικά της ύπαρξης.

“Night with her Train of Stars”, Edward Robert Hughes, 1912

Σε μια παράλληλη πραγματικότητα, στο εσωτερικό ενός πύργου, ένας μυστηριώδης άντρας... Μελαγχολικός αριστοκράτης, ανυπότακτος ποιητής-πολεμιστής, στέκει μονάχος και αγέρωχος, από κόσμο κι από χρόνο ξεχασμένος. Νιώθει το κάλεσμα του άγριου και παραμυθένιου τοπίου που απλώνεται μέσα απ’ την καρδιά και το νου του, μπροστά στα μάτια του… Τολμάει και περιφρονεί τους δαίμονες και τα στοιχειά...που τον ζητάνε! Ένοχος και αμετανόητος… αρνείται και τη συγχώρεση του αββά! Κοιτάζει με δέος και νοσταλγία το φεγγάρι,  λύτρωση αναζητώντας... και λησμονιά.


Και συ, φεγγάρι, έλαμπες που όλο γυροφέρνεις-

Πλατύθωρο και τρυφερό το φως σου πάνω απ’ όλα,
Που απάλυνε, κατεύναζε τη γκρίζα αυστηρότη,
Την άθλια ερήμωση του ρημαγμένου τόπου
Και εκ νέου αναπλήρωνες το χάσμα των αιώνων,
Αφήνοντας το όμορφο μέσα στην ομορφιά του
Κι εκείνο που δεν ήτανε το ανέδειχνες ωραίο.
Ώσπου η καρδιά ξεχείλισε με σιωπηλή λατρεία
Κι όλος ο τόπος έγινε πανάρχαια θρησκεία –
Λατρεία του αρχαϊκού και του μεγάλου σέβας –
Όλων εκείνων των νεκρών σκηπτούχων βασιλιάδων,
Που μέσα κι απ’ τη λήκυθο ορίζουνε τα πνεύματα

Και τις ψυχές μας κυβερνούν. – Ήταν μια τέλεια νύχτα! 




“Romantic Landscape with Ruined Tower”, Thomas Cole, 1832-36


Τα κείμενα με κόκκινο είναι επιλεγμένα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Η προσδοκία» του Νοβάλις σε μετάφραση Θεοδώρου Λουπασάκη και το κείμενο με μπλε είναι απόσπασμα από το ποίημα «Μάνφρεντ» του Λόρδου Βύρωνα σε μετάφραση Αθανασίου Οικονόμου. Αφορμή, η Αυγουστιάτικη πανσέληνος...





Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Το ένατο κύμα, το αθέατο κάστρο και οι εραστές της θύελλας

"The Ninth Wave", Ivan Aivazovsky, 1850

Το ένατο κύμα θεωρείται πως χωρίζει τον πραγματικό/ γήινο από τον φανταστικό/ μυθικό κόσμο. Πίσω από τα κύματα υπήρχε ένα νησί, αόρατο με γυμνό μάτι. Το μυστηριώδες νησί εμφανίζονταν μόνο αν μπορούσες να επιβιώσεις από την επίθεση των γιγαντιαίων κυμάτων που, σύμφωνα με ιστορίες, εμφανίζονταν ως «υδάτινο τείχος» ή ως «τρύπα στη θάλασσα» (η ύπαρξη των οποίων έχει σήμερα διαπιστωθεί από την επιστήμη). Ο ίδιος ο Βασιλιάς Αρθούρος γεννήθηκε από το κύμα που μας χωρίζει από τον «άλλο κόσμο», από το κύμα που έσκαγε στο κάστρο Τίντατζελ, από τον πόθο του μεταμορφωμένου βασιλιά Ούθερ Πεντράγκον που έσπειρε την ανυποψίαστη Ιγκρέιν με τη βοήθεια του μάγου Μέρλιν.

‘Wave after wave, each mightier than the last,
Till last, a ninth one, gathering half the deep
And full of voices, slowly rose and plunged
Roaring, and all the wave was in a flame

And down the wave and in the flame was borne
A naked babe, and rode to Merlin's feet,
Who stoopt and caught the babe, and cried "The King!
Here is an heir for Uther!"’

Απόσπασμα από το “Idylls of the King: The coming of Arthur” του Alfred Lord Tennyson
"So the child was delivered unto Merlin"
του A.G.Walker από το Book of King Arthur and His Noble Knights
του Mary MacLeod, 1946

“Tintagel Castle” του Herbert J. Finn
από το Castles of England and Wales του E. J. MacDonald
«Αυτό είναι το Τίντατζελ, το κάστρο που δεν είδε ποτέ κανείς. […] Το Τίντατζελ ήταν η Ιδέα της ιπποσύνης. Δεν ύψωσε περήφανες επάλξεις πάνω απ’ τη γη, αλλά κρέμασε θαυμάσιες επάλξεις από τον ουρανό. Στους λαμπερούς του πύργους περπάτησαν ο Γκάλαχαντ και ο Αρθούρος. Από τις αψεγάδιαστες του πύλες ήρθε η πομπή της ιδανικής ιπποσύνης. […] Μπορεί το Τίντατζελ να αναγερθεί και πάλι, όχι όμως με λίθους, αλλά ως ιδέα στο μυαλό των ανθρώπων.»

Από το “Castles of England and Wales” του E. J. MacDonald

Πρόσφατη φωτογραφία των ερειπίων του θαλασσοδαρμένου κάστρου Tintagel, του Κάστρου του Κύματος που στέκει στα απότομα βράχια της Κορνουάλης… ανάμεσα σε δυο κόσμους

Στις 13 Ιουλίου του 1823 ο Λόρδος Βύρωνας και το πλήρωμά του αναχωρούν από το λιμάνι της Γένοβας με το πλοίο «Ηρακλής» με προορισμό την Κεφαλονιά. Ξάφνου σφοδρός δυτικός άνεμος προκαλεί μεγάλη θαλασσοταραχή. Ενώ οι άνδρες της υπηρεσίας του έπαθαν ναυτία, ο Λόρδος Βύρωνας ατάραχος παρέμεινε στο κατάστρωμα, συγκρατώντας παράλληλα και σώζοντας τα άλογα που υπέστησαν ισχυρή ταραχή. Όταν συνήλθε ο αντισυνταγματάρχης Pietro Camba του Ελληνικού στρατιωτικού σώματος, ο Βύρωνας του λέει:
«Έχασες ένα από τα ωραιότερα και μεγαλοπρεπέστερα θεάματα απ’ όσο είδα ποτέ. Για μερικές στιγμές διατρέξαμε σοβαρό κίνδυνο, αλλά ο πλοίαρχος και το πλήρωμα φέρθηκαν πραγματικά θαυμάσια. Έμεινα όλη τη νύχτα πάνω στο κατάστρωμα. Το θέαμα που είδα ήταν εντελώς πρωτόγνωρο για μένα. Πάντοτε όμως θεωρούσα την τρικυμία σαν ένα από τα εξοχότερα θεάματα απ’ όσα μας παρουσιάζει η φύση.» Από το «Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα» του Conte Pietro Camba

Στις 3 Μαΐου 1810, o Βύρωνας διέσχισε τον Ελλήσποντο όταν έμαθε για το μύθο του Λεάνδρου, ενός νεαρού από την Άβυδο της Τρωάδας, ο οποίος κάθε βράδυ περνούσε κολυμπώντας στην απέναντι όχθη του Ελλησπόντου, στην αιολική Σηστό, για να συναντήσει την αγαπημένη του Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης, η οποία του έδειχνε την αναμμένη της λάμπα από την κορυφή του πύργου της.

Σκίτσο του Λόρδου Βύρωνα, 1916, άγνωστου καλλιτέχνη
Ο Λόρδος Βύρωνας, όντας βαπτισμένος στο ένατο κύμα, υπήρξε δεινός κολυμβητής και ανατρεπτικός ιδεαλιστής, προάγοντας μέσα από τον ρομαντισμό τα αρχαία ελληνορωμαϊκά ιδεώδη που συνεχίστηκαν μέσω της κέλτικης ιπποσύνης. Ήταν από εκείνους που κατόρθωσε να ζει στο μεταίχμιο δυο πραγματικοτήτων, οι οποίες διεισδύανε η μια στην άλλη. Επηρέασε την εξέλιξη των πραγμάτων του καιρού του αναγείροντας νοητικά τους λαμπερούς πύργους του Τίντατζελ, του Κάστρου του Κύματος.
Ο πίνακας του Γερμανού Ρομαντικού ζωγράφου Caspar D. Friedrich Wanderer above the Sea of Fog” (1818) που παρουσιάζει έναν απρόσωπο δανδή οδοιπόρο να ορθώνει σαν κάστρο το ανάστημά του απέναντι σε ένα βραχώδες και ομιχλώδες τοπίο, ατενίζοντας τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Για τον ελληνικό κόσμο, και κυρίως για την ομηρική εποχή, την εποχή των ποιητών και των ηρώων που έθεσε τις βάσεις του ελληνικού και, κατ επέκταση, του δυτικού πολιτισμού, η διαφορά μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, μεταξύ γήινου και μυθικού, δεν ήταν ίδια με αυτή της σύγχρονης κουλτούρας. Στις μέρες μας, το φανταστικό/ μυθικό αντιμετωπίζεται ως ψευδές ή παράλογο. Στα ομηρικά έπη, το φανταστικό/ μυθικό, είτε ως πολιτισμικό φορτίο του υποσυνειδήτου, είτε ως φορέας αρχέτυπων εικόνων, συμβόλων, ιδεών και αξιών και θεμελιωτής παραδόσεων και πίστεων, είτε ως πραγματικότητα σε ένα άλλο επίπεδο, ήταν τόσο αληθινό και λογικό όσο και το πραγματικό/ γήινο. Η ηρωική αυτή εποχή, το πνεύμα της οποίας συνεχίστηκε μέσα στην ελληνορωμαϊκή παράδοση και αργότερα από την ιπποσύνη, αναβίωσε την εποχή της Αναγέννησης (14-17ος αιώνας), κάτι που διαφαίνεται τόσο μέσα από τη ζωγραφική και τη γλυπτική, όσο και μέσα από το σχεδιασμό του χώρου (π.χ. σχεδιασμός κήπων), και κορυφώθηκε την εποχή του Ρομαντισμού (τέλη 18ου – μέσα 19ου αιώνα).
Ξίφος και ρόδο: προσωπική εικαστική απόδοση του Ρομαντικού Πνεύματος

Το ένατο κύμα μέχρι σήμερα εξακολουθεί να εμφανίζεται στους τολμηρούς, στους ρομαντικούς... στους εραστές της θύελλας, που συνεχίζουν περήφανα να αναστηλώνουν τα τείχη του Τίντατζελ, υψώνοντας τα λάβαρα, για να περάσει και πάλι η ολόλαμπρη πομπή του.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Για τις μέρες που δεν υπάρχουν πια...

"Excalibur" - John Boorman

"...The sequel of today unsolders all
The goodliest fellowship of famous knights
Whereof this world holds record. Such a sleep
They sleep--the men I loved. I think that we
Shall never more, at any future time,
Delight our souls with talk of knightly deeds,
Walking about the gardens and the halls
Of Camelot, as in the days that were..."

- απόσπασμα από το ποίημα "Ο Θάνατος του Αρθούρου"
("Morte d' Arthur") του Alfred Lord Tennyson, 1893

“How Sir Bedivere Cast the Sword Excalibur
into the Water” - Aubrey Beardsley




 
  
 
 
"Δάκρυα, βαθιά δάκρυα" – Alfred Lord Tennyson

Δάκρυα, βαθιά δάκρυα, δεν ξέρω τι σημαίνουν,
δάκρυα απ’ τα βάθη θείας απόγνωσης
βγαίνουν απ’ την καρδιά και μαζεύονται στα μάτια,
στην όψη χαρούμενων φθινοπωρινών αγρών,
και στη σκέψη των ημερών που πια δεν υπάρχουν.

Νωπά σαν την πρώτη ηλιαχτίδα στου σκάφους το πανί,
που πίσω φέρνει τους συντρόφους μας από τον κάτω κόσμο,
θλιμμένα όπως η τελευταία που βάφει κόκκινο ένα άλλο
που βουλιάζει στη δύση μ’ όλα όσα αγαπάμε.
Τόσο λυπημένες, τόσο νωπές, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Αχ, θλιμμένα και παράξενα όπως σε σκοτεινό χάραμα του θέρους
όπως το πρώτο κελάηδισμα αγουροξυπνημένων πουλιών
σε ετοιμοθάνατα αυτιά, όταν σε ετοιμοθάνατα μάτια
το παράθυρο μεταμορφώνεται σ' ένα αμυδρά φωτισμένο κάδρο.
Τόσο λυπημένες, τόσο παράξενες, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Αγαπημένες, σαν τα αξέχαστα φιλιά που μετά το θάνατο θυμάσαι,
και γλυκές σαν τα ανέλπιδα ψεύτικα φιλιά της φαντασίας
σε χείλη που είναι γι’άλλους. Βαθιές όπως ο έρωτας,
βαθιές όπως ο πρώτος έρωτας και άγριες μ’ όλη τη θλίψη.
Ω, Θάνατος στη Ζωή, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Μετάφραση: Ε.Π.
 
“Destiny” – J.W. Waterhouse




















        
"Pan's Labyrinth" -  Javier Navarrete (music)

"The morning woke, the day was breakin'… she left me far behind
She was gone, I couldn't take it… no more tears to cry.
We gathered 'round her place of resting, for the last goodbye

She lay in white like a dream unending, the saddened clouds they cried…" - William Tsamis από το "Winter Τears", 1983

 
"Winter Tears" - Warlord
 
 
...Until we meet again...
 Swordbrothers to the End

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Με τα φτερά της Βαλκυρίας

Άραγκορν: Τι φοβάσαι αρχόντισσα; Ρώτησε.
Έογουιν: Το κλουβί, είπε. Να μένω πίσω από τα σίδερα, ώσπου να τα συνηθίσω και να γεράσω και όλες οι ευκαιρίες να ανδραγαθήσω φύγουν χωρίς επιστροφή ή να μη με ενδιαφέρουν πια.
(Τόλκιν «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» - Βιβλίο 3: Η επιστροφή του Βασιλιά, μετάφραση Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια)


"Lady Eowyn and Aragorn take Leave", Alan Lee, 1999
 
Στη Μέση Γη (Μίντγκαρντ) των Σκανδιναβών, ο μεταλλουργός Βόλουντ, ονομαζόμενος και ως «πρίγκιπας των ξωτικών», και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του, ο Έγκιλ και ο Σλάγκφιν, γιοι του βασιλιά της Φιλανδίας (κατά άλλους γιοι θαλασσινού και μιας γοργόνας), πήγαν μια μέρα να κυνηγήσουν στο χιόνι. Βγαίνοντας από το καταφύγιό τους αντίκρισαν τρεις πανέμορφες νύμφες να λούζονται στη λίμνη. Δίπλα τους, φτερώματα κύκνου. Ήταν οι Βαλκυρίες Όλρουν, Σβάνχβιτ και Άλβιτ. Όμορφες κόρες θνητών βασιλιάδων, πάνοπλες ακόλουθες του Όντιν, παρθένες κόρες του πολέμου.

Αριστερά: “Völundr and his two brothers see the swan-maidens bathing”,
Jenny Nyström, 1893 (in Fredrik Sander's, Poetic Edda)
Δεξιά: "The three smith boys spy and win three valkyrie maidens",
Friedrich W. Heine, 1882

«Σε κάποια μάχης το πεδίο, που πλήθος έχει πέσει ανδρών,
Τ’ άλογά τους, με πόδια, στο αίμα βουτηγμένα, ιππεύοντας,
Τους γενναιότερους διαλέγουν του θανάτου μαχητές,
Και μ’ αυτούς τη νύχτα στον Ουρανό επιστρέφουν,
Για να χαρούνε οι θεοί και στου Όντιν τη σάλα να γιορτάσουν»

Από το ποίημα “Balder Dead”, Matthew Arnold, 1855
(μετάφραση Ελένη Παπαδοπούλου)
 

“The wild hunt: Åsgårdsreien”, Peter Nicolai Arbo, 1872

 
Τα τρία αδέρφια ερωτεύτηκαν τις Βαλκυρίες, πήραν το φτέρωμά τους και τις κράτησαν δέσμιες στη γη. Ο Βόλουντ διάλεξε για σύντροφο την Άλβιτ.
 
«Έμειναν τότε εκεί
Ολόκληρους εφτά χειμώνες
Κι όταν ο όγδοος φτάνει
Μια λαχτάρα τις πιάνει
Και στον ένατο επάνω
Να φύγουν ήταν γραφτό.
Οι κόρες το ζοφερό
Ποθούσαν δάσος
Και η Άλβιτ η μικρότερη
Τη μοίρα να εκπληρώσει»

Από το ποίημα "Völundarkviða "της Ποιητικής Έντας
(μετάφραση Ελένη Παπαδοπούλου)

Μετά από εννέα χρόνια οι ακόλουθες του Όντιν, αποδράσανε… Δεν άντεξαν άλλο την αιχμαλωσία της ήσυχης και στάσιμης ζωής. Ποθούσαν την αγκάλη, τη μέθη και τη μαγεία του δάσους. Ποθούσαν τα πεδία μαχών, τα άγρια άτια των νεφών και τα αστραφτερά τους όπλα… ποθούσαν την αύρα, τον αγέρα και την αιωνιότητα των ουρανών… ποθούσαν τα φτερά τους! Ποθούσαν έρωτα και θάνατο να πιουν στα χείλη των ηρώων… σε ανώτερους κόσμους, μαζί τους να τους πάρουν… ψηλά στων Αινχέριερ τη στρατιά… που στο πλευρό των Θεών θα πολεμήσει, στη μητέρα των μαχών.

Τα δυο αδέρφια Έγκιλ και Σλάγκφιν, τις αναζήτησαν αλλά χάθηκαν, ο πρώτος στην ανατολή και ο άλλος στη δύση… Ο Βόλουντ έμεινε πίσω και βρήκε παρηγοριά στο δαχτυλίδι που του χάρισε η Άλβιτ. Όμως τον αιχμαλώτισε ο άπληστος βασιλιάς της Σουηδίας, ο Νίντουντ, και τον κράτησε δέσμιο να εργάζεται γι’ αυτόν φτιάχνοντας όπλα και κοσμήματα. Το μένος του Βόλουντ μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, ώσπου εκδικείται φονεύοντας τους γιους του Νίντουντ, παίρνει πίσω το δαχτυλίδι και το σπαθί και πετάει μακριά με τα φτερά που, ως νεότερος Δαίδαλος, κατασκεύασε κρυφά… Με τα φτερά της Βαλκυρίας.


“The Ride of the Valkyries”, William T. Maud, 1890

Έτσι μπόρεσε και συνάντησε ξανά την Άλβιτ και έζησε μαζί της ως το λυκόφως των θεών. Κατασκεύασε πολλά φημισμένα σπαθιά και άτρωτες πανοπλίες. Το σπαθί του δόθηκε στον Zίγκμουντ και είναι το Μπάλμουνγκ, το οποίο τράβηξε από τον κορμό της βελανιδιάς ο ήρωας των βορείων ευρωπαϊκών λαών, ο Ζίγκφριντ ή Ζίγκουρντ. Με αυτό το σπαθί ο Ζίγκφριντ, μεταξύ άλλων κατορθωμάτων, θα νικήσει τους Νιμπελούνγκεν και θα σκοτώσει το δράκο Φάφνιρ. Τον Ζίγκφριντ θα ερωτευτεί η πρώτη των Βαλκυριών, και κόρη του ίδιου του Όντιν, Βρουγχίλδη.

“The last Farewell of Wotan and Brunhilde”, F. Leeke, 1875
 
Στη Μέση Γη του Τόλκιν, η πανέμορφη και γενναία Έογουιν, κόρη του αδερφού του Βασιλιά Θέοντεν, αρνούμενη να υποταχθεί στην απελπισία της λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτά της με τον ήρωα Άραγκορν και αρνούμενη να υπακούσει την προειδοποίηση του Άρχοντα των Νάζγκουλ, μπαίνει μπροστά σ’ αυτόν και στον τραυματισμένο θείο της Θέοντεν και αναφωνεί:

- «Είμαι η Έογουιν, η κόρη του Έομουντ. Εσύ στέκεσαι ανάμεσα σε μένα και στον άρχοντα συγγενή μου. Φύγε, αν δεν είσαι αθάνατος. Γιατί είτε είσαι ζωντανός, είτε σκοτεινός νεκροζώντανος, εγώ θα σε χτυπήσω αν τον αγγίξεις.»

 
 
Η μάχη ήταν λυσσαλέα. Η Έογουιν πληγωμένη καρφώνει το σπαθί της ανάμεσα στην κορόνα και στον μανδύα του Μαύρου Καβαλάρη και «μια κραυγή υψώθηκε στον αέρα που τρεμούλιασε και έσβησε καταλήγοντας σ’ ένα στριγκό θρήνο, που τον πήρε ο άνεμος – μια ασώματη λεπτή φωνή που έσβησε και χάθηκε και δεν ακούστηκε ποτέ ξανά σ’ εκείνη την εποχή αυτού του κόσμου» (Τόλκιν «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» - Βιβλίο 3: Η επιστροφή του Βασιλιά, μετ. Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια).

Η Έογουιν συγκρούεται κατά μέτωπο με έναν εχθρό σκληρότερο και ισχυρότερο.
Επιλέγει να βαδίσει προς το θάνατό της… αλλά δεν τον συναντά.

 
Κάτω: “Eowyn Vs the BlackNazgul”, Alan Lee, 1999
Πάνω: "Eowyn as a Shieldmaiden protecting Minas Tirith", Sharon Tanhueco, 2003
 
"Faramir and Éowyn" – Michael Kaluta, 1994
 
Έογουιν και Βρουγχίλδη
 
Η Έογουιν της Μέσης Γης του Τόλκιν, κόρη των Ροχίριμ, ερωτεύεται τον ήρωα Άραγκορν όπως η Βρουγχίλδη της Μέσης Γης του Σκανδιναβικού μύθου ερωτεύεται τον ήρωα Σίγκφριντ που είναι λογοδοσμένος (όντας μαγεμένος) στην Κρίμχιλντ, όπως ακριβώς ο Άραγκορν στην Άργουεν. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας της Έογουιν την οδηγεί σε μελαγχολία και αργότερα σε απελπισία. Στο τέλος, όμως, λέει στον Άραγκορν: «Ευχήσου μου, ευτυχία, άρχοντα και θεραπευτή μου!». Παντρεύεται τον Φαραμίρ και γίνεται καλή σύντροφος.

Αντίθετα με την Έογουιν, η Βαλκυρία Βρουγχίλδη, κόρη του Θεού Όντιν, σύμφωνα με τον Κύκλο Βόλσουνγκ, εξορίζεται στη γη, διότι αρνείται να υπακούσει τη θέλησή του. Φυλακίζεται σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς, απ’ όπου τη λυτρώνει ο Zίγκφριντ. Ξεγελασμένη παντρεύεται τον Γκούναρ, και αργότερα πέφτει στη νεκρική πυρά του αγαπημένου της Ζίγκφριντ. Ο Ζίγκφριντ και η Βρουγχίλδη ζουν μέχρι σήμερα στις τέχνες και στις παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών.

“Sigurd and Brynhildr's Funeral Pyre”, C. Butler, 1909
 
- Και ποιος τώρα Θύελλες ιππεύει;
- Μα… ποιος βάζει στ’ άρματα Φωτιά;

Εγκόσμια και ουράνια Βαλκυρία,
πάνοπλε άγγελε του Έρωτα και του Θανάτου,
περήφανη, όμορφη… αγαπημένη
Φλεγόμενη Νεφέλη με των ηρώων το Σπαθί
Τον κόσμο τούτο λόγχισε, χτυπώντας τα φτερά σου.
 
Κόσμος φθοράς… κλος φθιτον.
Όνειρο… αέναον.

“The Valkyrie's Vigil”, Edward Robert Hughes, 1851–1914