Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Για τις μέρες που δεν υπάρχουν πια...

"Excalibur" - John Boorman

"...The sequel of today unsolders all
The goodliest fellowship of famous knights
Whereof this world holds record. Such a sleep
They sleep--the men I loved. I think that we
Shall never more, at any future time,
Delight our souls with talk of knightly deeds,
Walking about the gardens and the halls
Of Camelot, as in the days that were..."

- απόσπασμα από το ποίημα "Ο Θάνατος του Αρθούρου"
("Morte d' Arthur") του Alfred Lord Tennyson, 1893

“How Sir Bedivere Cast the Sword Excalibur
into the Water” - Aubrey Beardsley




 
  
 
 
"Δάκρυα, βαθιά δάκρυα" – Alfred Lord Tennyson

Δάκρυα, βαθιά δάκρυα, δεν ξέρω τι σημαίνουν,
δάκρυα απ’ τα βάθη θείας απόγνωσης
βγαίνουν απ’ την καρδιά και μαζεύονται στα μάτια,
στην όψη χαρούμενων φθινοπωρινών αγρών,
και στη σκέψη των ημερών που πια δεν υπάρχουν.

Νωπά σαν την πρώτη ηλιαχτίδα στου σκάφους το πανί,
που πίσω φέρνει τους συντρόφους μας από τον κάτω κόσμο,
θλιμμένα όπως η τελευταία που βάφει κόκκινο ένα άλλο
που βουλιάζει στη δύση μ’ όλα όσα αγαπάμε.
Τόσο λυπημένες, τόσο νωπές, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Αχ, θλιμμένα και παράξενα όπως σε σκοτεινό χάραμα του θέρους
όπως το πρώτο κελάηδισμα αγουροξυπνημένων πουλιών
σε ετοιμοθάνατα αυτιά, όταν σε ετοιμοθάνατα μάτια
το παράθυρο μεταμορφώνεται σ' ένα αμυδρά φωτισμένο κάδρο.
Τόσο λυπημένες, τόσο παράξενες, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Αγαπημένες, σαν τα αξέχαστα φιλιά που μετά το θάνατο θυμάσαι,
και γλυκές σαν τα ανέλπιδα ψεύτικα φιλιά της φαντασίας
σε χείλη που είναι γι’άλλους. Βαθιές όπως ο έρωτας,
βαθιές όπως ο πρώτος έρωτας και άγριες μ’ όλη τη θλίψη.
Ω, Θάνατος στη Ζωή, οι μέρες που πια δεν υπάρχουν.

Μετάφραση: Ε.Π.
 
“Destiny” – J.W. Waterhouse




















        
"Pan's Labyrinth" -  Javier Navarrete (music)

"The morning woke, the day was breakin'… she left me far behind
She was gone, I couldn't take it… no more tears to cry.
We gathered 'round her place of resting, for the last goodbye

She lay in white like a dream unending, the saddened clouds they cried…" - William Tsamis από το "Winter Τears", 1983

 
"Winter Tears" - Warlord
 
 
...Until we meet again...
 Swordbrothers to the End

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Με τα φτερά της Βαλκυρίας

Άραγκορν: Τι φοβάσαι αρχόντισσα; Ρώτησε.
Έογουιν: Το κλουβί, είπε. Να μένω πίσω από τα σίδερα, ώσπου να τα συνηθίσω και να γεράσω και όλες οι ευκαιρίες να ανδραγαθήσω φύγουν χωρίς επιστροφή ή να μη με ενδιαφέρουν πια.
(Τόλκιν «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» - Βιβλίο 3: Η επιστροφή του Βασιλιά, μετάφραση Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια)


"Lady Eowyn and Aragorn take Leave", Alan Lee, 1999
 
Στη Μέση Γη (Μίντγκαρντ) των Σκανδιναβών, ο μεταλλουργός Βόλουντ, ονομαζόμενος και ως «πρίγκιπας των ξωτικών», και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του, ο Έγκιλ και ο Σλάγκφιν, γιοι του βασιλιά της Φιλανδίας (κατά άλλους γιοι θαλασσινού και μιας γοργόνας), πήγαν μια μέρα να κυνηγήσουν στο χιόνι. Βγαίνοντας από το καταφύγιό τους αντίκρισαν τρεις πανέμορφες νύμφες να λούζονται στη λίμνη. Δίπλα τους, φτερώματα κύκνου. Ήταν οι Βαλκυρίες Όλρουν, Σβάνχβιτ και Άλβιτ. Όμορφες κόρες θνητών βασιλιάδων, πάνοπλες ακόλουθες του Όντιν, παρθένες κόρες του πολέμου.

Αριστερά: “Völundr and his two brothers see the swan-maidens bathing”,
Jenny Nyström, 1893 (in Fredrik Sander's, Poetic Edda)
Δεξιά: "The three smith boys spy and win three valkyrie maidens",
Friedrich W. Heine, 1882

«Σε κάποια μάχης το πεδίο, που πλήθος έχει πέσει ανδρών,
Τ’ άλογά τους, με πόδια, στο αίμα βουτηγμένα, ιππεύοντας,
Τους γενναιότερους διαλέγουν του θανάτου μαχητές,
Και μ’ αυτούς τη νύχτα στον Ουρανό επιστρέφουν,
Για να χαρούνε οι θεοί και στου Όντιν τη σάλα να γιορτάσουν»

Από το ποίημα “Balder Dead”, Matthew Arnold, 1855
(μετάφραση Ελένη Παπαδοπούλου)
 

“The wild hunt: Åsgårdsreien”, Peter Nicolai Arbo, 1872

 
Τα τρία αδέρφια ερωτεύτηκαν τις Βαλκυρίες, πήραν το φτέρωμά τους και τις κράτησαν δέσμιες στη γη. Ο Βόλουντ διάλεξε για σύντροφο την Άλβιτ.
 
«Έμειναν τότε εκεί
Ολόκληρους εφτά χειμώνες
Κι όταν ο όγδοος φτάνει
Μια λαχτάρα τις πιάνει
Και στον ένατο επάνω
Να φύγουν ήταν γραφτό.
Οι κόρες το ζοφερό
Ποθούσαν δάσος
Και η Άλβιτ η μικρότερη
Τη μοίρα να εκπληρώσει»

Από το ποίημα "Völundarkviða "της Ποιητικής Έντας
(μετάφραση Ελένη Παπαδοπούλου)

Μετά από εννέα χρόνια οι ακόλουθες του Όντιν, αποδράσανε… Δεν άντεξαν άλλο την αιχμαλωσία της ήσυχης και στάσιμης ζωής. Ποθούσαν την αγκάλη, τη μέθη και τη μαγεία του δάσους. Ποθούσαν τα πεδία μαχών, τα άγρια άτια των νεφών και τα αστραφτερά τους όπλα… ποθούσαν την αύρα, τον αγέρα και την αιωνιότητα των ουρανών… ποθούσαν τα φτερά τους! Ποθούσαν έρωτα και θάνατο να πιουν στα χείλη των ηρώων… σε ανώτερους κόσμους, μαζί τους να τους πάρουν… ψηλά στων Αινχέριερ τη στρατιά… που στο πλευρό των Θεών θα πολεμήσει, στη μητέρα των μαχών.

Τα δυο αδέρφια Έγκιλ και Σλάγκφιν, τις αναζήτησαν αλλά χάθηκαν, ο πρώτος στην ανατολή και ο άλλος στη δύση… Ο Βόλουντ έμεινε πίσω και βρήκε παρηγοριά στο δαχτυλίδι που του χάρισε η Άλβιτ. Όμως τον αιχμαλώτισε ο άπληστος βασιλιάς της Σουηδίας, ο Νίντουντ, και τον κράτησε δέσμιο να εργάζεται γι’ αυτόν φτιάχνοντας όπλα και κοσμήματα. Το μένος του Βόλουντ μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, ώσπου εκδικείται φονεύοντας τους γιους του Νίντουντ, παίρνει πίσω το δαχτυλίδι και το σπαθί και πετάει μακριά με τα φτερά που, ως νεότερος Δαίδαλος, κατασκεύασε κρυφά… Με τα φτερά της Βαλκυρίας.


“The Ride of the Valkyries”, William T. Maud, 1890

Έτσι μπόρεσε και συνάντησε ξανά την Άλβιτ και έζησε μαζί της ως το λυκόφως των θεών. Κατασκεύασε πολλά φημισμένα σπαθιά και άτρωτες πανοπλίες. Το σπαθί του δόθηκε στον Zίγκμουντ και είναι το Μπάλμουνγκ, το οποίο τράβηξε από τον κορμό της βελανιδιάς ο ήρωας των βορείων ευρωπαϊκών λαών, ο Ζίγκφριντ ή Ζίγκουρντ. Με αυτό το σπαθί ο Ζίγκφριντ, μεταξύ άλλων κατορθωμάτων, θα νικήσει τους Νιμπελούνγκεν και θα σκοτώσει το δράκο Φάφνιρ. Τον Ζίγκφριντ θα ερωτευτεί η πρώτη των Βαλκυριών, και κόρη του ίδιου του Όντιν, Βρουγχίλδη.

“The last Farewell of Wotan and Brunhilde”, F. Leeke, 1875
 
Στη Μέση Γη του Τόλκιν, η πανέμορφη και γενναία Έογουιν, κόρη του αδερφού του Βασιλιά Θέοντεν, αρνούμενη να υποταχθεί στην απελπισία της λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτά της με τον ήρωα Άραγκορν και αρνούμενη να υπακούσει την προειδοποίηση του Άρχοντα των Νάζγκουλ, μπαίνει μπροστά σ’ αυτόν και στον τραυματισμένο θείο της Θέοντεν και αναφωνεί:

- «Είμαι η Έογουιν, η κόρη του Έομουντ. Εσύ στέκεσαι ανάμεσα σε μένα και στον άρχοντα συγγενή μου. Φύγε, αν δεν είσαι αθάνατος. Γιατί είτε είσαι ζωντανός, είτε σκοτεινός νεκροζώντανος, εγώ θα σε χτυπήσω αν τον αγγίξεις.»

 
 
Η μάχη ήταν λυσσαλέα. Η Έογουιν πληγωμένη καρφώνει το σπαθί της ανάμεσα στην κορόνα και στον μανδύα του Μαύρου Καβαλάρη και «μια κραυγή υψώθηκε στον αέρα που τρεμούλιασε και έσβησε καταλήγοντας σ’ ένα στριγκό θρήνο, που τον πήρε ο άνεμος – μια ασώματη λεπτή φωνή που έσβησε και χάθηκε και δεν ακούστηκε ποτέ ξανά σ’ εκείνη την εποχή αυτού του κόσμου» (Τόλκιν «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» - Βιβλίο 3: Η επιστροφή του Βασιλιά, μετ. Ευγενία Χατζηθανάση-Κόλλια).

Η Έογουιν συγκρούεται κατά μέτωπο με έναν εχθρό σκληρότερο και ισχυρότερο.
Επιλέγει να βαδίσει προς το θάνατό της… αλλά δεν τον συναντά.

 
Κάτω: “Eowyn Vs the BlackNazgul”, Alan Lee, 1999
Πάνω: "Eowyn as a Shieldmaiden protecting Minas Tirith", Sharon Tanhueco, 2003
 
"Faramir and Éowyn" – Michael Kaluta, 1994
 
Έογουιν και Βρουγχίλδη
 
Η Έογουιν της Μέσης Γης του Τόλκιν, κόρη των Ροχίριμ, ερωτεύεται τον ήρωα Άραγκορν όπως η Βρουγχίλδη της Μέσης Γης του Σκανδιναβικού μύθου ερωτεύεται τον ήρωα Σίγκφριντ που είναι λογοδοσμένος (όντας μαγεμένος) στην Κρίμχιλντ, όπως ακριβώς ο Άραγκορν στην Άργουεν. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας της Έογουιν την οδηγεί σε μελαγχολία και αργότερα σε απελπισία. Στο τέλος, όμως, λέει στον Άραγκορν: «Ευχήσου μου, ευτυχία, άρχοντα και θεραπευτή μου!». Παντρεύεται τον Φαραμίρ και γίνεται καλή σύντροφος.

Αντίθετα με την Έογουιν, η Βαλκυρία Βρουγχίλδη, κόρη του Θεού Όντιν, σύμφωνα με τον Κύκλο Βόλσουνγκ, εξορίζεται στη γη, διότι αρνείται να υπακούσει τη θέλησή του. Φυλακίζεται σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς, απ’ όπου τη λυτρώνει ο Zίγκφριντ. Ξεγελασμένη παντρεύεται τον Γκούναρ, και αργότερα πέφτει στη νεκρική πυρά του αγαπημένου της Ζίγκφριντ. Ο Ζίγκφριντ και η Βρουγχίλδη ζουν μέχρι σήμερα στις τέχνες και στις παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών.

“Sigurd and Brynhildr's Funeral Pyre”, C. Butler, 1909
 
- Και ποιος τώρα Θύελλες ιππεύει;
- Μα… ποιος βάζει στ’ άρματα Φωτιά;

Εγκόσμια και ουράνια Βαλκυρία,
πάνοπλε άγγελε του Έρωτα και του Θανάτου,
περήφανη, όμορφη… αγαπημένη
Φλεγόμενη Νεφέλη με των ηρώων το Σπαθί
Τον κόσμο τούτο λόγχισε, χτυπώντας τα φτερά σου.
 
Κόσμος φθοράς… κλος φθιτον.
Όνειρο… αέναον.

“The Valkyrie's Vigil”, Edward Robert Hughes, 1851–1914